Η λέξη
«ημι-» προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «ἥμισυ» (ήμισυ), που σημαίνει το
μισό, και χρησιμοποιείται ως πρώτο συνθετικό σε σύνθετα (π.χ., ημικύκλιο, ημιτελές), υποδηλώνοντας το μισό ή το σχεδόν.
Στην καθημερινότητά μας, χρησιμοποιούμε σε πολλές περιπτώσεις λέξεις που ξεκινούν από -ημι, άρα σίγουρα δηλώνουν το μισό ή έστω, το όχι ολόκληρο.
Παραδείγματα:
ημισέληνος = μισό φεγγάρι
ημίωρο = μισή ώρα
ημιδιατροφή = πρωινό κι ένα γεύμα σε ξενοδοχείο, όχι δηλ. όλα τα γεύματα.
ημιχρόνιο = μισός χρόνος (σε αγώνα ποδοσφαίρου π.χ.)
ημιαργία = μέρα εργασίας αλλά με λιγότερες ώρες δουλειάς λόγω κάποιας γιορτής.
ημίθεος = μισός θεός
ημικρανία = πονοκέφαλος στο μισό κεφάλι, σ' ένα μέρος του μόνο.
ημιορεινός = τόπος που βρίσκεται σε κ'αποιο υψόμετρο αλλά όχι πολύ ψηλά στο βουνό.